Σκοτεινά και επικίνδυνα παιχνίδια πάνω στις ράγες
Τρία χρόνια μετά την τραγωδία των Τεμπών, η λέξη "σιδηρόδρομος" στην Ελλάδα, κάθε άλλο παρά ουδέτερα χρωματισμένη είναι.

Κουβαλά βάρος, δυσπιστία και μια μόνιμη, γεμάτη αγωνία υποσημείωση: "είναι ασφαλές;". Όταν λοιπόν, λίγα εικοσιτετράωρα πριν από τη φορτισμένη αυτή επέτειο, εντοπίζονται κομμένα καλώδια τηλεπικοινωνιών και τηλεδιοίκησης στη γραμμή Αθήνα–Θεσσαλονίκη και το τμήμα Πλατύ - Αιγίνιο, η συζήτηση υπερβαίνει τα όρια ενός απλού αστυνομικού δελτίου. Το γεγονός ότι οι δράστες έκοψαν τα καλώδια σε τρία διαφορετικά σημεία, σε αποστάσεις εκατοντάδων μέτρων μεταξύ τους, προϋποθέτει χρόνο, επιμονή και άνετη πρόσβαση. Δεν μιλάμε για ένα τυχαίο χτύπημα σε ένα κουτί διακλάδωσης, αλλά για συντονισμένη παρέμβαση σε κρίσιμη υποδομή, με κίνητρα πολύ σημαντικότερα της αξίας μερικών κιλών χαλκού. Παρέμβαση που γεννά πολλά, καίρια και εξαιρετικά "ενοχλητικά" ερωτήματα.

Το πρώτο και πλέον αμείλικτο, αφορά την επιχειρησιακή ετοιμότητα και τη φύλαξη. Είναι ρεαλιστικά κατανοητό πως η 24ωρη φυσική προστασία ενός ανοιχτού δικτύου εκατοντάδων χιλιομέτρων είναι αδύνατη. Εδώ, όμως, υπάρχει ένα εξοργιστικό επιχειρησιακό δεδομένο: οι δράστες είχαν "προβάρει" το χτύπημά τους την περασμένη Παρασκευή στην ίδια ακριβώς περιοχή. Πώς είναι δυνατόν ένα σημείο που μόλις δέχθηκε επίθεση και επισκευάστηκε, να αφήνεται ξανά στο έλεος των σαμποτέρ; Πού ήταν η στοχευμένη επιτήρηση, οι κάμερες, τα τεχνολογικά συστήματα ανίχνευσης ή, έστω, τα drones; Η ευκολία με την οποία κάποιος κινείται ανενόχλητος, σπάει τσιμέντα και νεκρώνει 10 χιλιόμετρα δικτύου, εκθέτει ανεπανόρθωτα τα αντανακλαστικά των αρχών.

Έπειτα, ανακύπτει το σκοτεινό ζήτημα του κινήτρου. Η κλοπή αποκλείεται πλήρως, καθώς ο πολύτιμος χαλκός εγκαταλείφθηκε άθικτος. Ποιος έχει, λοιπόν, το κίνητρο να πλήξει συμβολικά και επιχειρησιακά το νευρικό σύστημα της βασικής σιδηροδρομικής αρτηρίας της χώρας σε μια τόσο ευαίσθητη συγκυρία; Λίγες ημέρες πριν τιμηθεί η μνήμη 57 νεκρών; Όταν η πολιτική ηγεσία, δια στόματος του αναπληρωτή υπουργού Μεταφορών, μιλά για πρόθεση πρόκλησης ενός "νέου Τεμπών", η διατύπωση αυτή δεν είναι τεχνική, αλλά βαθιά πολιτική. Αν, όπως δείχνουν τα μέχρι τώρα στοιχεία ισχύει, μιλάμε για μια εφιαλτική, μαζική έκθεση ζωών σε ακραίο κίνδυνο, που απαιτεί άμεσες συλλήψεις και αλλάζει επίπεδο στην συζήτηση. Αν, όμως, είναι μια αόριστη καταγγελία, τότε η δημόσια ρητορική οφείλει να μετριαστεί. Σε μια κοινωνία ήδη βαθιά τραυματισμένη, η υπερβολή και η επίκληση "αόρατων εχθρών" δεν αποκαθιστούν την εμπιστοσύνη. Αντίθετα, την διαβρώνουν περαιτέρω.

Ταυτόχρονα, αναδεικνύεται η τεράστια συζήτηση περί ανθεκτικότητας. Σίγουρα, η νέα ψηφιακή πλατφόρμα ελέγχου λειτούργησε ως σωτήρια δικλείδα ασφαλείας, διατηρώντας την ορατότητα των συρμών. Όμως, πώς είναι δυνατόν, μετά από τόσες διακηρύξεις περί θωράκισης, η φυσική υποδομή ενός συστήματος τηλεδιοίκησης να τίθεται εκτός με "ένα σετ εργαλείων" στο πεδίο; Υπάρχουν αισθητήρες άμεσης ειδοποίησης; Υπάρχουν επαρκείς εναλλακτικές διαδρομές σήματος που να απομονώνουν το πληγέν τμήμα, κρατώντας το υπόλοιπο δίκτυο απρόσβλητο και σε λειτουργία; Το επιχείρημα ότι αποφύγαμε τα χειρότερα δεν είναι καθησυχαστικό, αλλά μία θορυβώδη υπενθύμιση ότι το τεχνολογικό υπόβαθρο παραμένει εξωφρενικά εύθραυστο, εφόσον μπορεί να παρακαμφθεί με τόσο απλό τρόπο.

Τελικά, το κρίσιμο διακύβευμα δεν είναι αν κόπηκαν ένα, δύο ή τρία καλώδια, σε ένα, δύο ή τρία σημεία. Είναι αν το ελληνικό σιδηροδρομικό δίκτυο και οι υποδομές υποστήριξής του έχουν σχεδιαστεί με τέτοιο τρόπο, ώστε οι όποιες ενέργειες, εσκεμμένες ή μη, κακόβουλες ή τυχαίες, να μην έχουν την δυνατότητα δημιουργίας συνθηκών σοβαρού κινδύνου. Ασφάλεια σημαίνει ότι η δολιοφθορά δεν οδηγεί σε κρίση. Σημαίνει ότι το σύστημα αντέχει το χτύπημα. Αντίθετα, η ευκολία στην πρόκληση ζημιών και η ανεπάρκεια ασφάλειας σημαίνουν ότι κάθε κομμένο καλώδιο μετατρέπεται αυτομάτως σε ζήτημα ζωής και θανάτου, σε πολιτικό γεγονός και σε δοκιμασία αξιοπιστίας της ίδιας της Πολιτείας.

Πέτρος Λάζος

petros.lazos@capital.gr 

capital.gr