Αργολίδα: 200 χρόνια από την κοίμηση του Παλαιών Πατρών Γερμανού στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Ναυπλίου
Μετά από λίγα χρόνια τα οστά του μετακόμισαν στην ιδιαίτερη πατρίδα του τη Δημητσάνα.

Θεία Λειτουργία και ιερό  μνημόσυνο πραγματοποιήθηκε  για τον Παλαιών Πατρών Γερμανό,  μετά από 200 χρόνια από την κοίμηση του(1826 - 2026) ,στον Μητροπολιτικό  Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Ναυπλίου ,Σαββάτο 29 Μαΐου 2026. Διακόσια χρόνια μνήμης και τιμής από την κοίμησή του ,ενός προσώπου που συμβολίζει κατά παράδοση την επίσημη έναρξη της Επανάστασης του 1821.

Ο Γερμανός, μητροπολίτης Παλαιών Πατρών, αποδήμησε στις 30 Μαΐου 1826, στο Ναύπλιο, ύστερα από ολιγοήμερη λοιμώδη ασθένεια. Παράλληλα είναι και το Ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής και στο ναό του Αγίου Γεωργίου έγινε και Τρισάγιο υπέρ  όλων των κεκοιμημένων από τον εφημέριο του ναού πρωτοπρεσβύτερο π. Παναγιώτη Κιντή.  Ο Παλαιών Πατρών ήταν Μητροπολίτης της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας, μέλος της Φιλικής Εταιρείας και αγωνιστής του ‘21.

Ο κατά κόσμον Γεώργιος Κόζιας γεννήθηκε στη Δημητσάνα της Γορτυνίας στις 25 Μαρτίου 1771, την ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής. Ο πατέρας του Ιωάννης (συχνά υπέγραφε ως Ιωάννης Δημητρίου) ήταν χρυσοχόος και η μητέρα του Κανέλλα Κουκουζή ή Κουκουζοπούλου ασχολείτο με τα του οίκου, αφού είχε να αναθρέψει και πέντε παιδιά (δύο αγόρια και τρία κορίτσια).

Αρχικά φοίτησε στην ονομαστή σχολή της ιδιαίτερης πατρίδας του με δάσκαλο τον Αγάπιο Παπαντωνόπουλο και κατόπιν στο Άργος με δάσκαλο τον συμπατριώτη του Αγάπιο Λεονάρδο. Και οι δυο τους ήταν ονομαστοί δάσκαλοι εκείνης της εποχής. Ο μητροπολίτης Άργους και Ναυπλίου Ιάκωβος εκτίμησε τις ικανότητες του νεαρού Γεωργίου και αφού τον προσέλαβε πρώτα ως γραμματέα του, στη συνέχεια τον χειροτόνησε διάκονο με το όνομα Γερμανός.

Στις αρχές του 1797 μετέβη στη Σμύρνη μαζί με τον συμπατριώτη του μητροπολίτη Γρηγορίου, του μετέπειτα εθνομάρτυρα πατριάρχη Γρηγορίου Ε’. Όταν ο Γρηγόριος έγινε Πατριάρχης τον Μάιο του 1797, τον ακολούθησε στην Κωνσταντινούπολη και ανέλαβε αρχιδιάκονος του μητροπολίτη Κυζίκου Ιωακείμ.

Τον Μάρτιο του 1806 χειροτονήθηκε μητροπολίτης Παλαιών Πατρών (ως Νέαι Πάτραι λογιζόταν το Πατρατζίκι, σημερινή Υπάτη) και τον Μάιο του ίδιου χρόνου γύρισε στην Πελοπόννησο, όπου πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του. Στα προεπαναστατικά χρόνια ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για την παιδεία της πατρίδας του και κυρίως για τη σχολή της Δημητσάνας.

Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Αντώνιο Πελοπίδα (Αντώνιος Πρωτόπαππας το πραγματικό του όνομα), καταγόμενο από τη γειτονική Στεμνίτσα, και από τότε αφοσιώθηκε στην προετοιμασία της Επανάστασης.

Στη μυστική συνέλευση της Βοστίτσας (26-30 Ιανουαρίου 1821) για την έναρξη της επανάστασης, ο Γερμανός διατύπωσε επιφυλάξεις για τη δυνατότητα άμεσης επαναστατικής δράσης και ήλθε σε ευθεία σύγκρουση με τον Παπαφλέσσα, που επιδίωκε την άμεση έναρξη του αγώνα.

Στα μέσα Μαρτίου βρισκόταν στα Νεζερά (ονομασία ορεινών χωριών, που βρίσκονται στις πλαγιές του Ερύμανθου και στους νότιους πρόποδες του Παναχαϊκού), όταν έλαβε γράμμα από τον Νικόλαο Λόντο και τον Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο να σπεύσει στην Πάτρα, επειδή «κινδυνεύει όλη η πόλις», από τους Τούρκους. Στις 22 Μαρτίου 1821 βρέθηκε στην Πάτρα, όπου στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου ευλόγησε τα όπλα των αγωνιστών.

Λίγους μήνες αργότερα, το καλοκαίρι του 1821, βρέθηκε στη Ζαράκοβα (σημερινό Μαίναλο Αρκαδίας), όπου προσπάθησε να συμφιλιώσει τους προκρίτους με τον Δημήτριο Υψηλάντη, όταν δημιουργήθηκε κρίση στις σχέσεις τους εξαιτίας διαφωνιών για την πολιτική οργάνωση του Αγώνα. Έλαβε ενεργό μέρος στην Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (20 Δεκεμβρίου 1821 - 16 Ιανουαρίου 1822) και με εντολή της έφυγε για την Ιταλία στις 26 Οκτωβρίου 1822 με τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη, με σκοπό του να επιτύχουν την ηθική και υλική συνδρομή του Πάπα στην ελληνική υπόθεση.

Στην Ιταλία έμεινε ως τον Ιούνιο του 1824, δεν μπόρεσε όμως να συναντήσει τον Πάπα, διότι από την Αγκώνα (Ανκόνα), όπου είχε φθάσει, δεν του επέτρεψαν να συνεχίσει το ταξίδι του στη Ρώμη, παρά τις προσπάθειες που κατέβαλε για να ολοκληρώσει την αποστολή του. Επισκέφθηκε, πάντως, σημαντικές πόλεις της Ιταλίας, όπως τη Βολωνία (Μπολόνια) και τη Φαέντσα, όπου συναντήθηκε με επιφανείς Έλληνες της διασποράς για τους σκοπούς της Επανάστασης, ενώ κατέβαλε προσπάθειες για τη σύναψη δανείου.

Αποκαρδιωμένος από την αποτυχία των επαφών του στην Ιταλία, επέστρεψε στην Πελοπόννησο τον Ιούλιο του 1824, σε μία περίοδο που οι εμφύλιες συγκρούσεις βρίσκονταν στην οξύτερη φάση τους και διαγραφόταν η απειλή ένοπλης σύγκρουσης.

Με γράμμα του προς τον πρόεδρο του Εκτελεστικού (πρωθυπουργό) Γεώργιο Κουντουριώτη προσπάθησε και πάλι να συμφιλιώσει τις αντίπαλες παρατάξεις, παρά την απογοήτευσή του για την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί και την πικρία του για τις ταπεινώσεις που είχε υποστεί από τον Γιάννη Γκούρα. Tο 1826, όμως, εκλέχθηκε μέλος της Γ’ Εθνοσυνέλευσης στην Επίδαυρο και διηύθυνε ως πρόεδρος τις εργασίες της (6-16 Απριλίου), που διαλύθηκαν πρόωρα, λόγω της πτώσης του Μεσολογγίου.

Ο Γερμανός, μητροπολίτης Παλαιών Πατρών, αποδήμησε  εις Κύριων στις 30 Μαΐου 1826, στο Ναύπλιο, ύστερα από ολιγοήμερη λοιμώδη ασθένεια Προσβλήθηκε από εξανθηματικό τύφο — ο οποίος ενέσκηψε εκείνη την περίοδο στην πόλη — και απεβίωσε σε ηλικία 55 ετών, έπειτα από σύντομη ασθένεια.

Η κηδεία του έγινε στο Ναύπλιο. Παρουσία των επισήμων και όλων των κατοίκων της πόλεως. Τάφηκε  στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Γεωργίου. Ο εκ των γραμματέων του Θ. Κολοκοτρώνη Μ. Οικονόμου γράφει σχετικά για την ταφή του Γερμανού στο Ναό τα εξής : « ….Πολλοί τινές φθονερώς προς αυτόν και δυσμενώς δι΄αντιπολίτευσιν διακείμενοι, κατέκρινον και εμπόδιζον τούτο ( δηλ. να ταφεί εντός του Ναού) και άλλοι ηδιαφόρουν, ώστε εκινδύνευε να στερηθεί ο νεκρός αυτού της επιταφίου εκείνης συνήθους εκκλησιαστικής τιμής, και η κοινή γνώμη να προσβληθεί. Αλλ΄   εξαναστάντες οι εκ του Επτανησιακού σώματος εν Ναυπλίω ευρισκόμενοι, και αναδεξάμενοι αυθόρμητοι και ένοπλοι, την κατά την κηδείαν παράταξιν και πομπήν εματαίωσαν πάσαν εναντίωσιν, και εκηδεύθη εντός μάλιστα του ρηθέντος Ναού».

Μετά από λίγα χρόνια τα οστά του μετακόμισαν στην ιδιαίτερη πατρίδα του τη Δημητσάνα.

Στο μνημόσυνο παραβρέθηκαν ο Εντεταλμένος Σύμβουλος Πολιτισμού και Πρόεδρος του Λιμενικού Ταμείου Ναυπλίου Χρήστος Γκούμας και ο Λυκούργος Σταυρουλόπουλος Περιφερειακός Σύμβουλος Δυτ. Ελλάδας

Ψυχοσάββατο

Το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής, λέγεται - «Σάββατο των Ψυχών» ή Ψυχοσάββατο. Είναι το δεύτερο από τα δύο Ψυχοσάββατα του έτους (το πρώτο επιτελείται το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω). Ο λόγος που το καθιέρωσε η Εκκλησία μας, παρ' ότι κάθε Σάββατο είναι αφιερωμένο στους κεκοιμημένους, είναι ο εξής: Επειδή πολλοί κατά καιρούς απέθαναν μικροί ή στην ξενιτιά ή στη θάλασσα ή στα όρη και τους κρημνούς ή και μερικοί, λόγω πτώχειας, δεν αξιώθηκαν των διατεταγμένων μνημοσυνών, «οι θείοι Πατέρες φιλανθρώπως κινούμενοι θέσπισαν το μνημόσυνο αυτό υπέρ πάντων των άπ' αιώνος εύσεβώς τελευτησάντων Χριστιανών».

 

Δείτε επίσης