Δεκαέξι χρόνια συμπληρώθηκαν σήμερα Τρίτη 5/5 από την τραγωδία της Marfin, στην οποία έχασαν την ζωή τους τρεις εργαζόμενοι, ανάμεσά τους και μία έγκυος.
Κατά τη διάρκεια επεισοδίων στο κέντρο της Αθήνας στο αντιμνημονιακό συλλαλητήριο, το κτίριο όπου στεγαζόταν η τράπεζα στην οδό Σταδίου δέχθηκε επίθεση με μολότοφ, την ώρα που μέσα βρίσκονταν εργαζόμενοι.
Το κτίριο λαμπάδιασε, οι περισσότεροι κατάφεραν να διαφύγουν, ωστόσο ο χρόνος σταμάτησε για την 35χρονη Παρασκευή Ζούλια, τον 36χρονο Επαμεινώνδα Τσακάλη και την 32χρονη Αγγελική Παπαθανασοπούλου, που ήταν έγκυος στο πρώτο της παιδί.
Η Παρασκευή εντοπίστηκε από την Πυροσβεστική στον δεύτερο όροφο του κτιρίου, η Αγγελική βρέθηκε κοντά στην μπαλκονόπορτα και ο Επαμεινώνδας στις σκάλες μεταξύ του πρώτου και δεύτερου ορόφου.
Σύμφωνα με τον ιατροδικαστή Φίλιππο Κουτσάφτη «ο καπνός και τα τοξικά αέρια από την καύση των πλαστικών και χαρτικών τους σκότωσαν σχεδόν αμέσως. Απώλεσαν τις αισθήσεις τους και λίγο μετά πέθαναν». Όταν βρέθηκαν είχαν τα στόματά τους ανοιχτά και τα πρόσωπά τους ήταν μαύρα από τον καπνό. Φαίνεται πως είχαν προσπαθήσει να βγουν από το εσωτερικό του κτιρίου από την πόρτα της ταράτσας, η οποία όμως δεν άνοιγε.
Μέχρι σήμερα οι φυσικοί αυτουργοί της τραγωδίας που σημάδεψε την Ελλάδα των μνημονίων παραμένουν ασύλληπτοι, με τις μαρτυρίες από εκείνη τη «μαύρη» ημέρα να προκαλούν ανατριχίλα.
Η Άντζυ Τριανταφύλλου βρισκόταν στον δεύτερο όροφο του κτιρίου: «Ξαφνικά ακούσαμε από το ισόγειο: “παιδιά καιγόμαστε” και ανέβαιναν όλοι προς τα πάνω. Στο πατάρι, θα πεθαίναμε σαν τα ποντίκια, δεν υπήρχε διέξοδος. Ο καθένας προσπαθούσε να σώσει τον εαυτό του, οι καπνοί τόσο πυκνοί δεν βλέπαμε στο μισό μετρό. Δεν είχαμε πειράξει κανέναν, είχαμε έρθει να δουλέψουμε για το μεροκάματο».
Ο πρώην εργαζόμενος στη Marfin Αλέξανδρος Νικολόπουλος ανέφερε πως «εγώ ήμουν στο παράθυρο που βλέπετε και ξαφνικά τρία άτομα με κουκούλες άρχισαν να σπάνε και να πετάνε μολότοφ. Σε δευτερόλεπτα το κτίριο λαμπάδιασε».
«Ζήσαμε την αγωνία του θανάτου για μεγάλο χρονικό διάστημα. Δεν ξέραμε αν θα ζούμε στα επόμενα πέντε λεπτά. Αναρωτιόμασταν γιατί δεν βλέπουμε την πυροσβεστική. Ακουσα μετά ότι εμποδίστηκε από κάποιους διαδηλωτές», κατέθεσε υπάλληλος της τράπεζας στη δίκη.
Συγκλονιστική ήταν και η κατάθεση του υπαλλήλου της τράπεζας Γιώργου Στρατογιάννη: «Προσπάθησα να κατέβω στο ισόγειο για να σβήσω τη φωτιά. Είδα φλόγες που έγλειφαν το ισόγειο και ανέβηκα πάνω. Στο μπαλκόνι, στον 2ο όροφο ήταν δύο συνάδελφοι, και μου είπαν “αυτοί έρχονται και πετάνε κι άλλο”. Εσκυψα και είδα κάποιον στο σημείο που είχε σπάσει η τζαμαρία, που κρατούσε κάνιστρο και κάτι έριχνε. Το έκανε 2-3 φορές και όταν έφευγε ξαναφούντωνε η φωτιά. Φορούσε μαύρα ρούχα, ήταν νεαρός μετρίου αναστήματος καλοντυμένος, θα μπορούσε να ήταν φοιτητής, 20-22 χρόνων. Μας κοιτούσε και μας έκανε χειρονομία. Στην αρχή δεν κατάλαβα. Μετά που το συζήτησα με συναδέλφους, τελικά, μου είπαν, ότι έδειχνε τα γεννητικά του όργανα και έκανε άσεμνη χειρονομία».
«Εμπαινε ο καπνός στο γραφείο του Νώντα (εννοεί τον Επαμεινώνδα Τσάκαλη). Η Αγγελική ήταν δίπλα του, μάλλον, γιατί ήξερε την κατάστασή της και ήθελε να τη βοηθήσει. Λέμε να φύγουμε, να βρούμε τους άλλους. Εβαλα το σακάκι μου στη μύτη και κρατούσα με το άλλο χέρι την κουπαστή. Κατέβηκα στον άλλο όροφο. Αυτή ήταν τελευταία επαφή που είχα. Το Νώντα τον βρήκαν στα σκαλιά δεν τον έφτασε η ανάσα του και έπαθε ασφυξία. Η Αγγελική δεν είχε κουνηθεί καθόλου από το γραφείο. Μέρες μετά είδα το αποτύπωμα του σώματός της, των χεριών της στο πάτωμα. Εκείνη την ημέρα, 21 άτομα βγήκαμε ζωντανοί. Τρεις άλλοι, όχι» είπε ο ίδιος για το τραγικό τέλος των συναδέλφων του.
«Είδα τρεις συνολικά. Κινούνταν γρήγορα. Ο ένας ήταν πιο ψηλός, πάνω από 1.70 μ., οι άλλοι μετρίου αναστήματος. Δεν ήταν ιδιαίτερα εύσωμοι και φορούσαν κουκούλες. Ο ένας έριξε όταν υποχώρησε το τζάμι και αμέσως ξέσπασε η φωτιά. Μια συνάδελφος φώναξε “είμαστε άνθρωποι μέσα”, μήπως και δεν το είχαν καταλάβει. Ακούγαμε απέξω “κάψτε τους”» περιέγραψε ακόμα μια υπάλληλος της τράπεζας που έζησε τη φρίκη.
Η Αναστασία Χρηστάκη, επίσης υπάλληλος, περιέγραψε τους δράστες: «Είχαν ευλυγισία και έκαναν γρήγορα τις κινήσεις τους. Είχαν καλυμμένα χαρακτηριστικά, με υφάσματα και μάσκες». Η ίδια επισήμανε ότι από το μπαλκόνι όπου βρισκόταν, έβλεπε κόσμο να περνάει καθώς και μία κοπέλα: «Ακουσα τη φωνή της να λέει “να καείτε”, ενώ μαρτυρίες με παρόμοιο περιεχόμενο υπήρξαν, δυστυχώς, κι άλλες…». Η δίκη θα συνεχισθεί στις 14 Οκτωβρίου.
Η φωτογραφία που συνδέθηκε με την τραγωδία
Πέρυσι, με αφορμή τη συμπλήρωση 15 χρόνων από την τραγωδία με τους τρεις νεκρούς, η Μαρία Καραγιάννη που είχε βγει στο μπαλκόνι για να πάρει ανάσα από τον ασφυκτικό καπνό και έγινε σύμβολο περιέγραψε όσα εφιαλτικά έζησε.
«Δεν είχα άλλη επιλογή. Ο καπνός είχε γεμίσει το κτίριο. Δεν βλέπαμε, δεν αναπνέαμε. Βγήκα στο μπαλκόνι μήπως σωθώ, μήπως μας δουν. Δεν ήξερα ότι εκείνη η στιγμή θα γινόταν εικόνα-σύμβολο μιας τραγωδίας» είπε και συνέχισε:
«Για χρόνια απέφευγα να μιλήσω. Ένιωθα πως ό,τι και να πω, δεν θα αλλάξει τίποτα. Αλλά πλέον θέλω να ακουστεί η αλήθεια μας. Δεν ήμασταν απλώς “εργαζόμενοι” μέσα σε ένα κτίριο. Ήμασταν άνθρωποι που παλεύαμε να ζήσουμε».
«Η φωτογραφία εκείνη με σημάδεψε. Για τον κόσμο ήμουν μια “εικόνα”. Για εμένα ήταν η στιγμή που ένιωσα πιο μόνη από ποτέ. Τώρα, θέλω να μιλήσω – για όσους δεν πρόλαβαν» τόνισε η ίδια.
debater