Οι βασικοί άξονες των δηλώσεών του ήταν:
Καταγγελίες για Συγκάλυψη: Ο κ. Κεσσές υποστηρίζει ότι η εισαγγελική διάταξη επιχειρεί να «θάψει» την υπόθεση των υποκλοπών, μετατρέποντας την κατασκοπεία σε βάρος εθνικά κρίσιμων θεσμών (υπουργοί, αρχηγός ΓΕΕΘΑ) σε «ιδιωτική υπόθεση».
Ευθύνες Εισαγγελέων: Έχει αναφερθεί σε «σοκαριστικές αποκαλύψεις» και λάθη των Εισαγγελέων του Αρείου Πάγου, κάνοντας λόγο για «μπάζωμα» της υπόθεσης.
Εμπλοκή της ΕΥΠ: Σχολιάζοντας τον ρόλο του πρώην εισαγγελέα της ΕΥΠ (κ. Τζαβέλλα), επεσήμανε ότι υπέγραφε παρακολουθήσεις, όπως αυτή του δημοσιογράφου Κουκάκη, και αρνήθηκε να συνεργαστεί στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας.
Υπάρχει μεγάλο πλήθος από θεσμικές αστοχίες οι οποίες τραυματίζουν τη Δικαιοσύνη, που ο απλός Έλληνας διερωτάται γιατί γίνονται όλα αυτά.
Εύκολα καταλήγει ότι όλα γίνονται για την προστασία της εξουσίας και ιδιαίτερα για την προστασία του πολιτικού προϊσταμένου της ΕΥΠ του πρωθυπουργού κ. Μητσοτάκη.
Φαίνεται ότι οι Εισαγγελείς του Αρείου Πάγου οι οποίοι έχουν στόχο την κάλυψη των παρανομιών της εξουσίας ακολουθούν την άποψη του μεγάλου Ρωμαίου νομοθέτη Ουλπιανού (Ulpianus) του 3ου μ. Χ. αιώνα:
«Ο,τι αρέσει εις τον αυτοκράτορα, έχει ισχύ νόμου» ή στα Λατινικά:
«Quod principi placuit, leges habet vigorem» όπως διατηρήθηκε και εντάχθηκε στους Πανδέκτες του Ιουστινιανού στο Dig. 1, 4, 1 pr.(533 μ.Χ), με τίτλο «De constitutionibus principum» ή «Περί διατάξεων των αυτοκρατόρων».
Και φαίνεται μέσα από πολλές θεσμικά επικίνδυνες και δημοκρατικά απαράδεκτες συμπεριφορές μεγάλου μέρους της Ελληνικής δικαιοσύνης ότι η νομική άνω φράση όπως και το «Princeps legibus solutes» (Ηγεμόνας ελεύθερος από τους νόμους) διαμορφώνει την πολιτική και δικαστική σκέψη του Αρείου Πάγου και σήμερα.
Να σημειωθεί ότι ο Ουλπιανός προσπάθησε να θεμελιώσει την άνω απολυταρχική θέση πάνω στη δημοκρατική ιδεολογία της προηγούμενης περιόδου.
Για τη διάταξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Τζαβέλλα ασκήθηκε κριτική, ως επιβάλλονταν και από τους νομικούς κύκλους και από καθηγητές πανεπιστημίων εστιάζοντας στην ανεπάρκεια της αιτιολογίας, στην αυθαίρετη τεκμηρίωση της, στη λαθεμένη ερμηνεία των νόμων, στην εσκεμμένη και συνειδητή μεθοδολογία της απόφασης και στην υποχρέωση να μη συμμετέχει, καθόσον υπήρξε Εισαγγελέας ο οποίος υπέγραψε τις παρακολουθήσεις 11 στόχων του Predator και ως εκ τούτου δεν έπρεπε να επιληφθεί της υπόθεσης.
Συγχρόνως και από τους πολίτες ασκήθηκε έντονη κριτική, καθόσον το θέμα των υποκλοπών είναι τεράστιο, αφορά ζητήματα δημοσίου και εθνικού συμφέροντος και προκαλεί το κοινό αίσθημα δικαίου για επιλεγμένη υποβάθμιση της απόφασης σε «ιδιωτική» υπόθεση.
Ο δικαστής θεωρείται ο θεματοφύλακας των δικαιωμάτων του ατόμου απέναντι στην αυθαιρεσία της εξουσίας.
«Έτσι η δημόσια κριτική σε δικαστικές αποφάσεις ή ενέργειες δεν είναι απλώς θεμιτή, είναι επιβεβλημένη. Δεν είναι μόνον θεμελιώδης απόρροια της ελευθερίας του λόγου, αλλά και απαραίτητο στοιχείο της δημοκρατικής λειτουργίας».
«Η Δικαιοσύνη δεν εξαιρείται του δημοκρατικού ελέγχου και της λογοδοσίας».
«Και οι κρίνοντες κρίνονται».
Η τεκμηρίωση για την ανάγκη ελέγχου και κριτικής σε δικαστικές αποφάσεις και συμπεριφορές βασίζεται σε εδραία θεμέλια, εντοπίζεται αρχικά στα «Ηθικά Νικομάχεια» και στα «Πολιτικά» του Αριστοτέλη και διαρκώς από τότε ισχύει σε μία συνεχή επικαιρότητα της σκέψης του μεγάλου φιλοσόφου.
Από τη διάταξη του κ. Τζαβέλλα προκύπτουν γενικότερα θέματα που έχουν σχέση με τη Δικαιοσύνη και το Δίκαιο. Θέματα τα οποία εντείνουν την καχυποψία των πολιτών για την αποτελεσματική σημασία και ικανότητα των θεσμών.
Οι επιλεκτικές τοποθετήσεις και κραυγαλέες παραλείψεις στην διαδικασία απόδοσης της δικαιοσύνης δημιουργούν συνθήκες αταξίας και κοινωνικής αβεβαιότητας. Συγχρόνως, τίθενται ερωτήματα για την διαχείριση και την απόδοση της δικαιοσύνης, μερικά εκ των οποίων αναφέρονται:
• Ποια είναι η πολιτική σημασία της δικαιοσύνης και η σχέση της με την Δημοκρατία;
• Υπάρχει νομική δικαιοσύνη χωρίς κοινωνική διάσταση;
• Υπάρχει δυνατότητα δικαιοσύνης χωρίς δίκαιο;
Δρ. Απόστολος Ε. Παπαφωτίου
Πολιτικός Μηχανικός Ε.Μ.Π.
Οικονομολόγος Ε.Κ.Π.Α.